Εισαγωγή στη Συνδιαλλεκτική Ανάλυση Μέρος Ι

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Εισαγωγή στη Συνδιαλλεκτική Ανάλυση Μέρος Ι

Δημοσίευση από vpapadolias Την / Το Πεμ Οκτ 15, 2009 2:19 pm

Εισαγωγή στη Συνδιαλεκτική Ανάλυση

Τα τελευταία χρόνια η ψυχιατρική δεν απολαμβάνει και ιδιαίτερη εκτίμηση ως μία επιστήμη, που πραγματικά προσφέρει στο συνάνθρωπο και την κοινωνία. Οι ψυχίατροι λογίζονται ως στυγνοί επαγγελματίες, που με υψηλό κόστος απαντούν αόριστα στα προβλήματα του καθενός και της κοινωνίας. Τι θα μπορούσε να πει κανείς σε αυτούς τους ανθρώπους; Ποιες απαντήσεις θα μπορούσε να δώσει σε απλά ερωτήματα όπως πώς λειτουργεί το μυαλό ή γιατί κάνουμε ότι κάνουμε στην καθημερινότητα μας; Μία σειρά από τέτοιου είδους απαντήσεις φιλοδοξεί να δώσει η ψυχολογική σχολή της Συνδιαλεκτικής Ανάλυσης. Η Συνδιαλεκτική Ανάλυση έχει δώσει πολλές απαντήσεις σε ανθρώπους που αναρωτιούνται για τις πηγές των προβλημάτων τους, απαντήσεις που χαρακτηρίζονται κυρίως από τα εξής:

• είναι ρεαλιστικές
• επιτρέπουν στον άνθρωπο να προχωρήσει στο μέλλον του ανεξάρτητα από το τι έχει συμβεί στο παρελθόν
• δίνουν τη δυνατότητα στα άτομα να αλλάξουν
• δίνουν τη δυνατότητα για αυτοέλεγχο
• δίνουν ελευθερία επιλογής

Η μέθοδος αυτή της Συνδιαλεκτικής Ανάλυσης θεμελιώθηκε από το Δόκτωρα Έρικ Μπερν, ήδη από τη δεκαετία του '50. Το καινούριο που έφερε στο χώρο της ψυχοθεραπείας ήταν ότι μπορούσε να εφαρμοστεί με απλό και κατανοητό τρόπο, τόσο σε άτομα όσο και σε ομάδες. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για να εξαπλωθεί η άσκηση της ψυχοθεραπείας στις λαϊκές μάζες, χωρίς να χρειάζονται ειδικά σεμινάρια για εκμάθηση της ορολογίας του Φρόϋντ. Βασισμένη σε αυτή τη μέθοδο, η ψυχιατρική κοινότητα μπορούσε για πρώτη φορά να πιστέψει ότι έχει ένα εργαλείο μαζικής παρέμβασης στην κοινωνία, εργαλείο με το οποίο μπορούσε για πρώτη φορά να ελπίσει ότι θα μπορούσε ακόμα και να αλλάξει τον κόσμο.

Οι βασικές αρχές της μεθόδου πηγαίνουν πίσω στις απαρχές και τους πρώτους δασκάλους της Ψυχοθεραπείας. Ξεκινούν με την κοινή διαπίστωση της θρησκείας, της φιλοσοφίας, του πολιτισμού και της τέχνης ότι ο άνθρωπος έχει πολλαπλή φύση. Πολλαπλή φύση που συνήθως ανάγεται σε διπλή, οι δύο πλευρές της οποίας συγκρούονται μεταξύ τους. Το καλό και το κακό, ο ανώτερος και ο κατώτερος άνθρωπος, το πνεύμα και η ύλη. Την ακριβή υπόσταση της διπλής φύσης αυτής του ανθρώπου ανέλυσε για πρώτη φορά επιστημονικά ο θεμελιωτής της Ψυχοθεραπείας Σίγκμουντ Φρόϋντ. Ο Φρόϋντ ονομάτισε τα μέρη που συγκρούονται μεταξύ τους. Το Υπερεγώ ασκούσε περιοριστική δύναμη πάνω στα ένστικτα έχοντας σα διαιτητή το Εγώ, που ενεργούσε με βάση μία εξιδανικευμένη λογική ατομικού συμφέροντος. Μαθητές του Φρόϋντ όπως ο Γιουγκ ή ο Άντλερ έδωσαν άλλα ονόματα στα μέρη που συγκρούονταν μεταξύ τους και εισήγαγαν και νέους παίκτες στο πολεμικό παιχνίδι, παίκτες όπως η Περσόνα, η Σκιά, ο Άνιμους και η Άνιμα, το ομαδικό και το προσωπικό ασυνείδητο, η προσωπική και η συλλογική συνείδηση. Συνεχίζοντας από δάσκαλο σε μαθητή ο Δόκτωρ Έρικ Μπερν ανέπτυξε κι αυτός τη δεκαετία του '50 το δικό του μοντέλο ερμηνείας των εσωτερικών μας συγκρούσεων, το μοντέλο της Συνδιαλεκτικής Ανάλυσης. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο τα μέρη του ψυχισμού που συγκρούονται μεταξύ τους είναι τρία, ο Γονέας, ο Ενήλικος και το Παιδί.

Ο Γονέας

Ο Γονέας είναι μία τεράστια συλλογή καταγραφών που έχουν γίνει στον εγκέφαλο μας εξαιτίας εξωτερικών γεγονότων. Οι καταγραφές αυτές έχουν εντυπωθεί πάνω στο άτομο τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ζωής χωρίς να έχουν περάσει από κάποιου είδους εξέταση ή επιβεβαίωση. Ονομάζουμε το σύνολο των καταγραφών αυτών Γονέα, επειδή οι πιο σημαντικές από αυτές τις καταγραφές έχουν γίνει από δηλώσεις – παραδείγματα των γονιών του ατόμου ή εκείνων των ατόμων που έπαιζαν το ρόλο του γονέα κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Ο Γονέας του κάθε ατόμου είναι διαφορετικός κι έχει διαφορετικές καταγραφές από τους άλλους ανθρώπους. Οι πληροφορίες του έχουν καταγραφεί «απευθείας» στο άτομο, χωρίς προηγούμενη εξέταση και αξιολόγηση. Λόγω της μικρής ηλικίας, της αδυναμίας του παιδιού να εξετάσει νοήματα και της εξάρτησης του από τους γονείς, στην ηλικία αυτή δεν υπάρχει περιθώριο κριτικής αξιολόγησης αυτών των πληροφοριών, ούτε εύρεσης της βαθύτερης αιτίας των γεγονότων. Η βίαιη - για παράδειγμα - συμπεριφορά των γονιών είναι απλά βίαιη, χωρίς να αναζητείται η αιτία της βίας ή να εξηγείται το γεγονός αυτής. Στο Γονέα καταγράφονται όλες οι νουθεσίες, οι κανόνες και οι νόμοι που το παιδί άκουσε από τους γονείς του ή είδε στη ζωή τους. Ο τόνος της φωνής, οι γκριμάτσες του προσώπου, τα χάδια και οι αγκαλιές, τα μη και τα όχι τους κι αργότερα οι προφορικές δηλώσεις τους καταγράφονται σαν αλήθειες, καθώς προέρχονται από τη μοναδική – σ' αυτή τη μικρή ηλικία – πηγή σιγουριάς, τους γονείς, που από φυσική και από κάθε άλλη άποψη έχουν απόλυτη εξουσία στη ζωή του παιδιού.

Ο εσωτερικός Γονέας του ατόμου είναι το σύνολο των επιδράσεων αυτών που κουβαλάει ο άνθρωπος μέσα του για μία ολόκληρη ζωή. Οι επιδράσεις αυτές είναι σωτήριες για τη ζωή του ατόμου, ασχέτως αν κάποιες από αυτές είναι υποκειμενικές. Σε μία ηλικία χωρίς κρίση και εμπειρίες, οι διαταγές των γονιών είναι απαραίτητες για να αποφευχθεί η έξοδος στο δρόμο, η επαφή με τη φωτιά, το πέσιμο από τις σκάλες. Από την άλλη πλευρά υπάρχουν καταγραφές στις οποίες το παιδί «κλείνει το διακόπτη» μέσα του, επειδή δεν παρουσιάζονται συνεπείς προς τον εαυτό τους και το παιδί δεν μπορεί να στηριχτεί σε αυτές. Για παράδειγμα οι διαφωνίες των γονιών του και η ασυνέπεια λόγων και έργων είναι λόγοι που μπορεί να καταστήσουν κάποιες εγγραφές ανενεργές.

Οι περισσότερες καταγραφές του Γονέα έχουν να κάνουν με οδηγίες τύπου «πώς να…». Πώς να στρώσεις το κρεβάτι σου, πώς να φτιάξεις το δωμάτιο σου, πώς να κάτσεις στο τραπέζι, κλπ. Οι οδηγίες αυτές δείχνουν να έχουν δεσμεύσει κάποιους νευρικούς αγωγούς στο μυαλό μας και να μας προμηθεύουν με έτοιμες πληροφορίες, που δεν περνούν από το κύκλωμα της αξιολόγησης. Οι πληροφορίες προέρχονται κατά βάση από τους γονείς αλλά και από άλλα πρόσωπα που έχουν εξουσία πάνω στο άτομο, όπως μεγαλύτερα αδέλφια. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι καταγραφές που κάνει το παιδί βλέποντας τηλεόραση. Όλα αυτά τα ερεθίσματα καταγράφονται ως αλήθειες στον εσωτερικό Γονέα του και το επηρεάζουν και θα το επηρεάζουν σε ολόκληρη τη ζωή του.

Το Παιδί

Την ώρα που το παιδί καταγράφει τα εξωτερικά γεγονότα και τις νουθεσίες στον εγκέφαλο του σαν πληροφορίες – οδηγίες για την πορεία του στη ζωή, καταγράφει ταυτόχρονα και τις δικές του αντιδράσεις, τα συναισθήματα που νιώθει τη στιγμή των γεγονότων. Τα συναισθήματα αυτά είναι δυνατόν να αναπαράγει στο μέλλον στη ζωή του σε ανάλογες συνθήκες ή όταν συμβεί κάποιο ανάλογο εξωτερικό γεγονός και μάλιστα να τα αναπαράγει αυτόματα, χωρίς να ελέγχονται αυτά από τη θέληση του. Στην πρώιμη παιδική ηλικία οι εντυπώσεις καταγράφονται αυτόματα χωρίς νοητική επεξεργασία. Οι καταγραφές που έχουν γίνει κατ' αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν αργότερα. Το μεγαλύτερο μέρος τους είναι αρνητικά συναισθήματα, που προκαλούνται από το αίσθημα κατωτερότητας του παιδικού απέναντι στους παντοδύναμους γονείς του και απέναντι στις συνεχείς απαιτήσεις τους προκειμένου να κερδίσει την επιδοκιμασία τους. Στην προσπάθεια να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των γονέων το παιδί αναγκάζεται να καταπιέσει βασικές του ανάγκες, όπως την έκφραση του θυμού, την περιέργεια, την εξερεύνηση και την ικανοποίηση των σωματικών του αναγκών. Συγκρίνοντας συνεχώς τον εαυτό του με αυτό που του ζητείται, το παιδί γεμίζει από αρνητικά συναισθήματα, που υποδηλώνουν πόσο το ίδιο υπολείπεται των άλλων ή των απαιτήσεων που του προβάλλονται. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΟΚ θα λέγαμε συνοπτικά ότι είναι το βασικό συναίσθημα που αισθάνεται το παιδί, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται ότι άλλοι είναι ισχυροί και παντοδύναμοι, ότι ΕΙΝΑΙ ΟΚ.

Αυτά τα συναισθήματα παραμένουν μόνιμα στον ψυχισμό του ανθρώπου, καθώς την εποχή που δημιουργήθηκαν δεν υπήρχε δυνατότητα να φιλτραριστούν νοητικά και να εξεταστεί η ορθότητα τους και η συμφωνία τους με την πραγματικότητα. Συνήθως παραμένουν κρυμμένα μέσα στον ψυχισμό μας μέχρι να έρθει μία στιγμή κρίσης, μία στιγμή αδιεξόδου, που η λογική αποτυγχάνει να επιλύσει το πρόβλημα και να διατηρήσει έτσι τον έλεγχο της προσωπικότητας. Τότε ανοίγεται η πόρτα για την έκφραση αυτών των συναισθημάτων.

Από την άλλη πλευρά ο παιδικός ψυχισμός περιέχει και μία σειρά από θετικά συναισθήματα, που κάνουν τη ζωή καλύτερη και πιο ξέγνοιαστη. Η περιέργεια, η δημιουργικότητα, η επιθυμία για γνώση και εξερεύνηση, το ευχάριστο ξάφνιασμα από κάθε νέα εντύπωση και ερέθισμα, η ευχαρίστηση από ένα νέο επίτευγμα, το αίσθημα της ζεστής αγκαλιάς, το απαλό χάδι, ένα απαλό ρούχο και τόσα άλλα είναι εντυπώσεις που απαλύνουν για κάποιες στιγμές το συναίσθημα της κατωτερότητας και καταφέρνουν να δημιουργούν μία νησίδα ευτυχίας, για λίγες στιγμές όμως, χωρίς να αλλάζει η γενική εντύπωση του ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΟΚ. Δε θα ήταν λοιπόν υπερβολή να πούμε ότι η πλειονότητα των ανθρώπων κρύβουν ένα NOT OK παιδί μέσα τους.

Ο Ενήλικος

Παράλληλα με τις καταγραφές του Γονέα και του Παιδικού από την ηλικία των δέκα μόλις μηνών ο άνθρωπος ξεκινά μία συνειδητή προσπάθεια να ελέγξει το περιβάλλον του. Τα ερεθίσματα και οι αντιδράσεις του προς το περιβάλλον ήταν μέχρι στιγμής ανεξέλεγκτα και αυθόρμητα. Από τους δέκα μήνες και μετά όμως (πρώτες προσπάθειες για αυτόβουλη κίνηση – περπάτημα) ο άνθρωπος αρχίζει πλέον να δοκιμάζει συνειδητά, να επιλέγει δρόμους, να προσανατολίζεται και να απελευθερώνεται από την ακινησία που είχε ως τώρα. Ο Ενήλικος σχηματίζεται προοδευτικά βασισμένος στο συλλογισμό και τη συλλογή πληροφοριών. Αν το Παιδί περιέχει συναισθηματικές αντιδράσεις, ο Ενήλικος περιέχει σκέψεις και στοιχεία, μόνο που τα στοιχεία αυτά έχουν προέλθει από την ίδια του την εμπειρία και δεν είναι δοτά όπως στην περίπτωση του Γονέα. Ο Ενήλικος αρχίζει και διαφοροποιείται λοιπόν από το Γονέα, όσο αρχίζει και διαπιστώνει ότι υπάρχουν καταγραφές του, που δεν επαληθεύονται στην πράξη. Η απείθαρχη εμμονή ενός μικρού παιδιού να πιάσει ένα εύθραυστο αντικείμενο ή να ρίξει στο πάτωμα κάτι που σπάει είναι παρορμήσεις του Ενήλικα, που εξερευνά, εμπιστεύεται την ίδια του την κρίση και όχι τη διαταγή του Γονέα.

Ο Ενήλικος διαφοροποιείται και από το Παιδί καθώς στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και πληροφορίες κι όχι στις επιθυμίες του και βλέπει τη ζωή ρεαλιστικά, όπως είναι και όχι όπως θα ήθελε να είναι. Με την πάροδο του χρόνου ο Ενήλικος αξιολογεί τα όνειρα του Παιδιού και επιλέγει αυτά που κρίνει ρεαλιστικά και εφαρμόσιμα. Επιλέγει ακόμη και ποιες από τις διαταγές – νουθεσίες του Γονέα θα ακολουθήσει, καθώς τις εξετάζει και βλέπει αν επιβεβαιώνονται στην πράξη. Στην πορεία ενσωματώνει τα κομμάτια του Γονέα και του Παιδιού που έχει θεωρήσει συμβατά με την πραγματικότητα. Στη διαδικασία αυτή είναι σημαντικό να διαπιστώσει ότι οι διαταγές των γονέων αποδείχτηκαν σωστές στην πράξη. Όταν οι οδηγίες των γονέων ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε αισθάνεται κι εκείνος ασφάλεια κι αυτοπεποίθηση και αισθάνεται ότι μπορεί να προχωρήσει με σιγουριά στη ζωή του.

Με την πάροδο του χρόνο ο Ενήλικος αρχίζει και αναπτύσσει επίσης και κάποιες άλλες δεξιότητες, που δεν υπάρχουν στο Γονέα ή στο Παιδί. Μία από αυτές είναι η Εκτίμηση Πιθανοτήτων. Η ικανότητα αυτή αναπτύσσεται με την εξάσκηση, καθώς ο Ενήλικος αναπτύσσεται και παίρνει σιγά σιγά αποφάσεις βασισμένος όχι πάντα σε ολοκληρωμένα στοιχεία, αλλά πολλές φορές βασιζόμενος σε υποθέσεις και βάσιμες πιθανότητες. Για την περίπτωση του λάθους, ο Ενήλικος εξετάζει μάλιστα εναλλακτικές λύσεις, ώστε να καλύψει και την περίπτωση αποτυχίας. Για να λειτουργήσει σωστά αυτή η διαδικασία όμως απαιτείται ένα σχετικά ασφαλές περιβάλλον, που δεν ξυπνά δυσάρεστες μνήμες και αντιδράσεις του Παιδιού. Στις περιπτώσεις που δε συμβαίνει αυτό, ξυπνά το Παιδί κι ο Ενήλικος αδυνατεί να συμμετάσχει στη διαδικασία και περιορίζεται στο να παρατηρεί τα ξεσπάσματα του Παιδιού.

Μία άλλη δεξιότητα του Ενήλικου είναι η Δημιουργικότητα. Η Δημιουργικότητα βασίζεται καταρχήν στην παιδική περιέργεια, στην πορεία όμως εμπλουτίζεται με τις νοητικές διεργασίες της ανακάλυψης, της σύνθεσης, των συνδυασμών και της ταξινόμησης. Μέσα από τις διαδικασίες αυτές ο Ενήλικος καταλήγει σε συμπεράσματα, δημιουργεί νέα γνώση και παίρνει αποφάσεις. Η διαδικασία αυτή, που συνδυάζει την περιέργεια με τη συμπερασματική λογική, είναι δυνατόν να μπλοκαριστεί και πάλι, όταν το άτομο αφιερώνει συνεχώς χρόνο στο να αντιμετωπίζει το εχθρικό περιβάλλον του ή να συγκρούεται εσωτερικά με τις καταγραφές του Γονέα του. Αντίθετα, όταν το άτομο έχει διαπιστώσει στην πράξη ότι οι περισσότερες καταγραφές του Γονέα του είναι αληθείς, απελευθερώνεται από την εσωτερική του σύγκρουση, αφήνοντας κάποιες δραστηριότητες του στον αυτόματο πιλότο και βρίσκει χρόνο να δράσει ελεύθερα και πιο δημιουργικά.




Οι τέσσερις θέσεις της ζωής

Με βάση τις ως τώρα μελέτες για τη γέννηση και την ανάπτυξη του παιδιού η Συνδιαλεκτική Ανάλυση έχει καταλήξει ότι κατά τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του, ο άνθρωπος διαμορφώνει τη βασική ψυχολογική στάση ζωής, την οποία και διατηρεί ως επί το πλείστον κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του. Η στάση ζωής αυτή διαμορφώνεται κατά βάση από τους εξής παράγοντες:

α) την ασφάλεια που νιώθει το παιδί βρέφος στους εννιά μήνες που κυοφορείται μέσα στο ζεστό σώμα της μητέρας του, με την οποία έχει εγκαθιδρύσει μία συμβιωτική σχέση

β) το τραυματικό σοκ της γέννησης, που μέσα σε λίγες ώρες "σπρώχνει" το βρέφος να βγει σε ένα αφιλόξενο (κρύο και θορυβώδες μεταξύ άλλων) εξωτερικό περιβάλλον.

γ) τη συμφιλίωση που λαμβάνει χώρα με τη ζωή, όταν το μωρό νιώσει το πρώτο του χάδι, στιγμή που σηματοδοτεί και το σημείο της ψυχολογικής του γέννησης. Το χάδι και η σωματική επαφή αποτελούν το βασικότερο κίνητρο για την ωρίμανση και ψυχολογική εξέλιξη του ανθρώπου. Στην προσπάθεια του να προβλέψει και να προκαλέσει με τη θέληση του το χάδι της μητέρας του, το παιδί επιστρατεύει όλες τις νοητικές του ικανότητες για να κατανοήσει τις συνθήκες που επιφέρουν αυτή την επιβράβευση και να μπορέσει να τις επαναλάβει. Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο Ενήλικος μέσα σε κάθε άνθρωπο αναπτύσσεται και ωριμάζει κατά κύριο λόγο προκειμένου να επιτύχει την ευχαρίστηση που προκαλεί το άγγιγμα και το χάδι.

Με βάση τους πιο πάνω παράγοντες οι τέσσερις θέσεις που μπορεί να καταλήξει ο άνθρωπος σε αυτό το πρώιμο στάδιο της ζωής του είναι οι εξής:

Δεν είμαι ΟΚ - Είσαι ΟΚ:
Είναι η στάση ζωής που απαντιέται στον περισσότερο κόσμο. Στη θέση αυτό το άτομο αισθάνεται ότι οι γύρω του είναι άτομα καλύτερα από το ίδιο και αισθάνεται ότι το ίδιο μειονεκτεί σε σχέση με τους άλλους. Δεν μπορεί να εξηγήσει υπό ποιες συνθήκες δέχεται επιδοκιμασίες και υπό ποιες όχι κι έτσι αισθάνεται ότι δεν μπορεί να προκαλέσει μόνο του την επιδοκιμασία με τη συμπεριφορά του. Αντίθετα βρίσκεται στο έλεος των άλλων για να εισπράξει την επιδοκιμασία ή το χάδι. Παρόλα αυτά το άτομο προσπαθεί να προκαλέσει την επιδοκιμασία με διάφορα σενάρια και υποθέσεις. Προσπαθεί στη συνέχεια να ακολουθήσει το κάθε τέτοιο σενάριο αλλά, μόλις το εκπληρώσει, αυτό το ακολουθεί κάποιο άλλο, κι έτσι δε μένει ποτέ ικανοποιημένο. Το άτομο μπορεί να συνεχίσει έτσι να ελπίζει και να δοκιμάζει σενάρια, μην ξέροντας με ακρίβεια πότε επιδοκιμάζεται και πότε όχι ή μπορεί να αρνηθεί τη διαδικασία της επιδοκιμασίας και να αποφασίσει ότι θα είναι για πάντα μειονεκτικό σε σχέση με τους άλλους και να σταματήσει να προσπαθεί να γίνει καλύτερο. Τότε επιλέγει συνειδητά να είναι το "κακό παιδί" και να έχει αντιδραστική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Τα άτομα που έχουν τη στάση ζωής Δεν είμαι ΟΚ - Είσαι ΟΚ" επιδιώκουν γενικότερα σχέσεις με άτομα που έχουν ισχυρό Γονέα, γιατί επιδιώκουν να λαμβάνουν από αυτά τη γονική επιδοκιμασία.

Δεν είμαι ΟΚ - Δεν είσαι ΟΚ:
Στο δεύτερο χρόνο της ζωής του, μόλις έχει ξεκινήσει να περπατάει, το άτομο μπορεί να αλλάξει την αρχική του θέση από το "Δεν είμαι ΟΚ - Είσαι ΟΚ" στο "Δεν είμαι ΟΚ - Δεν είσαι ΟΚ". Ο λόγος που μπορεί να προκαλέσει μία τέτοια αλλαγή είναι να παρουσιαστεί μία αλλαγή στο γονική συμπεριφορά. Είναι η ηλικία που το παιδί αρχίζει να περπατάει, άρα διεκδικεί μία μεγαλύτερη ανεξαρτησία κι αρχίζει να εκδηλώνεται μέσα του ο Ενήλικος με τη μορφή της περιέργειας, της εξερεύνησης και της διερεύνησης των ορίων της συμπεριφοράς του. Η αντίδραση των γονέων στην ωρίμανση αυτή του παιδιού μπορεί να είναι καθοριστική για την υπόλοιπη ζωή του. Αν ο γονέας προσπαθήσει να περιορίσει την εξέλιξη αυτή του ενήλικου με απαγορεύσεις, αποδοκιμασίες και τιμωρίες με γενικευμένη άρνηση (λέει σε όλα ΜΗ) ή από την άλλη αποτύχει να καθορίσει συγκεκριμένα όρια επιτρεπόμενης συμπεριφοράς, πέφτοντας σε αμφιταλαντεύσεις και έλλειψη ελέγχου, τότε οδηγεί το παιδί στο να δημιουργήσει μία εντύπωση ότι όχι μόνο το ίδιο αλλά και οι άλλοι δεν είναι ΟΚ. Το παιδί παραιτείται τότε από την προσπάθεια να αρέσει στους άλλους και παύει να χρησιμοποιεί τον Ενήλικο του στις σχέσεις του με τους άλλους. Συμπεριφέρεται μονίμως είτε ως Παιδί είτε ως Γονέας. Και επιπλέον, δεν έχει και τη δυνατότητα να υποστεί την αναγκαία ψυχοθεραπευτική διεργασία, γιατί απορρίπτει και το πρόσωπο του ψυχοθεραπευτή του ως άτομο μη ΟΚ.

Μία ειδική περίπτωση αυτής της θέσης ζωής είναι η περίπτωση του αυτιστικού παιδιού. Το παιδί αυτό περνάει στη θέση "Δεν είμαι ΟΚ - Δεν είσαι ΟΚ" χωρίς να έχει προηγηθεί η πρώτη στάση ζωής του "Δεν είμαι ΟΚ - Είσαι ΟΚ". Αυτό μπορεί να οδηγήσει στο να κλειστεί το παιδί στον εαυτό του από την αρχή της ζωής και να μην επικοινωνήσει καθόλου με τον έξω κόσμο. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό μπορεί να εξηγηθεί από την έλλειψη αρκετά δυνατού εξωτερικού ερεθίσματος, όπως το δυνατό σφίξιμο στην αγκαλιά ή το δυνατό χάδι. Ερεθίσματα όπως το πολύ απαλό χάδι, μπορεί να μην είναι αντιληπτά από άτομα που έχουν ανεπαρκή ευαισθησία στην αντίληψη και να οδηγήσουν έτσι σε αυτισμό. Από παρατηρήσεις που έχουν γίνει είναι δυνατό αυτιστικά παιδιά να έχουν σημαντική βελτίωση, αν σε πρώιμο στάδιο αρχίζουν να δέχονται σφικτές αγκαλιές και ερεθίσματα με μεγάλη ένταση που διαπερνούν το πρόβλημα μειωμένης αίσθησης που μπορεί να παρουσιάζουν.

Είμαι ΟΚ - Δεν είσαι ΟΚ:
Μία δεύτερη δυνατότητα εξέλιξης της πρώτης θέσης ζωής είναι το να εξελιχθεί αυτή η θέση στο Είμαι ΟΚ - Δεν είσαι ΟΚ. Τα παιδιά που αναπτύσσουν αυτή τη θέση ζωής είναι συνήθως αυτά που είναι κακοποιημένα. Για τα παιδιά αυτά η παρουσία του γονέα είναι πηγή πόνου και βίας και η μόνη τους ανακούφιση είναι η ίδια τους η μοναξιά. Η μοναξιά αυτή οδηγεί προοδευτικά και στη διάθεση για αυτοϊκανοποίηση, καθώς η ευχαρίστηση δεν μπορεί να προέλθει από τον έξω κόσμο. Έχοντας στο μυαλό τους τη βία που έχουν υποστεί, τα παιδιά αυτά αποδέχονται ότι η βία είναι επιτρεπτή κι έτσι θεωρούν ότι έχουν και αυτά την άδεια να χτυπούν. Είναι γεμάτα μίσος για την κοινωνία άλλά το κρύβουν πίσω από μία τυπική ευγένεια. Κι αυτά δεν αποδέχονται εύκολα την ψυχοθεραπεία, καθώς θεωρούν το θεραπευτή τους ότι δεν είναι ΟΚ. Τα άτομα αυτά δεν έχουν όρια και πρέπει και είναι δυνατό να καταλήξουν σε εγκληματικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές. Μαζεύουν γύρω τους άτομα που τους κολακεύουν, αλλά κατά βάθος ξέρουν ότι οι κολακείες αυτές δεν είναι αληθινές, καθώς αυτοί που τις εκστομίζουν οι ίδιοι δεν είναι ΟΚ. Έτσι το αποτέλεσμα είναι ότι μένουν στην αυτοϊκανοποίηση της μοναξιάς τους, καθώς αποδέχονται μόνο τον εαυτό τους ότι είναι ΟΚ.

Είμαι ΟΚ - Είσαι ΟΚ:
Η θέση αυτή είναι μία θέση επίκτητη, που δεν αποκτιέται στην πρώιμη παιδική ηλικία. Είναι μία θέση που αποκτά ο άνθρωπος με συνειδητή του απόφαση και διαφέρει από τις άλλες, γιατί, ενώ οι άλλες είναι υποσυνείδητες και βασίζονται σε αισθήματα, αυτή δεν είναι και βασίζεται σε δεδομένα και στη λογική. Το άτομο, υιοθετώντας αυτή τη στάση ζωής, δεν απαλλάσσεται αυτόματα από τις άλλες. Αναγνωρίζει όμως τα δυσάρεστα αποτελέσματα που έχουν οι άλλες θέσεις ζωής στη ζωή του, κατανοεί πώς δημιουργήθηκαν και παίρνει τη συνειδητή απόφαση να μην επιτρέψει πια να επαναληφθούν. Κατανοεί ότι αυτό δε θα γίνει εύκολα και τα αποτελέσματα θα είναι προοδευτικά, αλλά επιλέγει να το προσπαθήσει, έχοντας πειστεί ότι έτσι θα βελτιωθεί η ζωή του.

Εμπόδια προς την αντικειμενική λειτουργία του Ενήλικου

Στην προσπάθεια του Ενήλικου να λειτουργήσει με βάση τα δεδομένα της αντικειμενικής
πραγματικότητας εμφανίζονται κάποια εμπόδια. Τα εμπόδια αυτά θα μπορούσαμε να τα περιγράψουμε ως ασθένειες ή καταστάσεις προβληματικής λειτουργίας. Η εξέταση γίνεται γιατί είναι σημαντικό να μπορούμε να αναγνωρίζουμε αυτές τις προβληματικές καταστάσεις και να είμαστε σε θέση να τις αντιμετωπίσουμε.

Το πρώτο είδος προβληματικής λειτουργίας που θα περιγράψουμε το ονομάζεται Μόλυνση του Ενήλικου. Η μόλυνση του Ενήλικου είναι μία κατάσταση, όπου ο Ενήλικος αποδέχεται σαν σωστά δεδομένα που δεν έχει προηγουμένως εξετάσει και επιβεβαιώσει. Όταν τα δεδομένα που αποδέχεται ο Ενήλικος είναι διδαχές του Γονέα τότε λέμε ότι η διαδικασία που δημιουργείται ονομάζεται κοινώς Προκατάληψη. Η προκατάληψη αναπτύσσεται σε μικρή ηλικία, όταν το παιδί αποδέχεται θέσεις των γονέων, χωρίς να τις επιβεβαιώσει υπό το φόβο της επίπληξης ή της τιμωρίας. Ο μολυσμένος από το Γονέα Ενήλικος αδυνατεί τότε να αρνηθεί μία λανθασμένη θέση, ακόμη κι αν του το εξηγήσει κανείς, γιατί φοβάται την τιμωρία.

Εκτός από το Γονέα, ο Ενήλικος μπορεί να μολυνθεί και από το Παιδί, οδηγώντας τον εαυτό του σε φαινόμενα που ονομάζουμε Αυταπάτες ή Παραισθήσεις. Οι αυταπάτες προξενούνται κυρίως από το φόβο. Είναι λογικά δεδομένα που επινοεί ο Ενήλικος στην προσπάθεια του να βρει εξηγήσεις για τους παράλογους φόβους του. Οι φόβοι αυτοί είναι τόσο ισχυροί, που ο Ενήλικος αδυνατεί να τους ελέγξει και προσπαθεί να συμφιλιωθεί μαζί τους, επινοώντας λογικοφανείς αιτίες. Ο μόνος τρόπος να απαλλαγεί από αυτές είναι να κατανοήσει την αρχική πηγή του φόβου του και να τον εντοπίσει στο χώρο των πρώτων εμπειριών του Παιδιού.

Οι παραισθήσεις είναι ένα άλλο φαινόμενο μόλυνσης του Ενήλικου από το Παιδί, φαινόμενο κατά το οποίο ο Ενήλικος, κάτω από καταστάσεις έντονου στρες, αισθάνεται ότι αναβιώνει την απόρριψη, την υποτίμηση και τις επικρίσεις των γονέων του, επικρίσεις που είχε βιώσει πράγματι στο παρελθόν, αλλά οι οποίες δεν επαναλαμβάνονται σήμερα στην πραγματικότητα, απλά ο ίδιος νομίζει ότι επαναλαμβάνονται. Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος νομίζει ότι όλοι γελάνε με αυτόν, τον επικρίνουν και τον σχολιάζουν, αλλά τίποτα αυτά δε συμβαίνει στην πραγματικότητα, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που νομίζει ο ίδιος.

Εκτός από τη μόλυνση μία άλλη λειτουργική ανωμαλία που παρουσιάζεται στον ψυχισμό μας είναι ο Αποκλεισμός. Στον αποκλεισμό το άτομο μπορεί να αποκλείσει τελείως είτε το Γονέα του, είτε το Παιδί του ή ακόμα και τον ίδιο του τον Ενήλικο.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο που δεν έχει συνείδηση. Αισθάνεται ότι οι γονείς, η κοινωνία και οι κανόνες είναι γενικά ή πολύ αυστηροί ή ανύπαρκτοι κσι τους απορρίπτει, απορρίπτοντας παράλληλα και κάθε ηθική, ενοχή, τύψη ή ενδοιασμό και μεταχειριζόμενο τους άλλους για να επιτύχει το σκοπό του. Το άτομο αυτό αισθάνεται ότι δεν έχει αγαπηθεί ποτέ του και συνεπώς δεν ξέρει και πώς να αγαπήσει το ίδιο.

Στη δεύτερη περίπτωση το άτομο είναι ένας άνθρωπος που στην πραγματικότητα δεν μπορεί καθόλου να παίξει. Δε χαλαρώνει ποτέ, είναι πάντα σοβαρό και κάθε φορά που αφήνεται ελεύθερο, αισθάνεται ότι το αποτέλεσμα θα είναι μία στενοχώρια. Το γεγονός αυτό οφείλεται συνήθως στο ότι, ως παιδί, βίωσε πολύ λίγη ευτυχία και έτσι αισθάνεται ότι πρέπει στη ζωή να ανταποκρίνεται πάντοτε στο καθήκον και να παραμερίζει συνεχώς την προσωπική του χαρά και ευτυχία.

Υπάρχουν κι άλλες πιο προχωρημένες περιπτώσεις αποκλεισμού, που οδηγούν σε συγκεκριμένες ψυχιατρικές ασθένειες. Στην περίπτωση της Ψύχωσης για παράδειγμα, ο Ενήλικος έχει αποκοπεί εντελώς από το κέντρο αποφάσεων, καθώς το άτομο θεωρεί πολύ δύσκολο να αποφασίσει με τη λογική τι πρέπει να κάνει. Ο Ενήλικος αντιμετωπίζει στη συγκεκριμένη περίπτωση μία πολύ μεγάλη σύγκρουση στο ψυχισμό του μεταξύ του Γονέα (πρέπει) και του Παιδιού (θέλω), σύγκρουση που αδυνατεί να επιλύσει με αποτέλεσμα να παραιτείται τελείως από την προσπάθεια. Στην περίπτωση αυτή η διάθεση του ατόμου εναλλάσσεται απότομα κυριαρχούμενη άλλοτε από το Γονέα κι άλλοτε από το Παιδί. Περίοδοι ευφορίας και χαράς, όπου κυριαρχεί το Παιδί εναλλάσσονται με περιόδους κατάθλιψης και έντονης κριτικής , που κυριαρχεί ο Γονέας. Η εναλλαγή στη διάθεση εμφανίζεται ως ανεξήγητη για τους άλλους ανθρώπους και είναι ανεξέλεγκτη καθώς δε λειτουργεί εσωτερικά ο Ενήλικος για να την περιορίσει.

Αιτία της συμπεριφοράς αυτής είναι συνήθως η αντιφατική φύση του Γονέα, που οφείλεται σε γονείς που δεν έχουν επιδείξει σταθερότητα στα μηνύματα που αποστέλλουν, ώστε να βοηθήσουν το παιδί να δημιουργήσει μέσα του μία σχέση αιτίου και αποτελέσματος για τη συμπεριφορά του και την επιβράβευση ή επίκριση από το Γονέα. Το παιδί γνωρίζει έτσι ότι αργά ή γρήγορα η διάθεση του γονέα του θα μεταβληθεί, αλλά δε γνωρίζει το γιατί και δεν μπορεί να το προβλέψει. Έτσι ο Ενήλικος του ακυρώνεται και μαθαίνει να περιμένει μοιρολατρικά τις αλλαγές διαθέσεων του γονέα του. Να σημειώσουμε εδώ ότι τέτοια συμπεριφορά επιδεικνύουν γονείς που είναι κι αυτοί μανιοκαταθλιπτικοί (μανία = υπερβολική χαρά, κατάθλιψη = μελαγχολία). Η μανιοκαταθλιπτική συμπεριφορά αυτή μεταβιβάζεται από το γονιό στο παιδί σα να ήταν στην πραγματικότητα ένα κληρονομικό χάρισμα και καταλήγει να στοιχειώνει γενιές και γενιές παιδιών, μέχρι να βρεθεί κάποιος αρκετά ισχυρός Ενήλικος να την ανακόψει.

"Παιχνίδια" που παίζουν οι άνθρωποι

Οι άνθρωποι στην προσπάθεια τους να επιτύχουν την επιβράβευση και την αναγνώριση δημιουργούν προοδευτικά κάποια επαναλαμβανόμενα μοντέλα συμπεριφοράς, που λειτουργούν στη συνέχεια μέσα τους ως αυτοματισμοί. Τα μοντέλα αυτά συμπεριφοράς τα ταξινομούμε στις εξής κατηγορίες:

Απογράβηγμα
Το αποτράβηγμα είναι εκείνη η συμπεριφορά που ο άνθρωπος απομονώνεται ψυχολογικά από τους γύρω του, αν και σωματικά παραμένει μαζί τους. ονειροπολώντας κάποια περασμένη ευχαρίστηση. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει στους ανθρώπους να αποτραβιούνται από μία ανιαρή πραγματικότητα και να επαναλαμβάνουν την αίσθηση του χαδιού που ένιωσαν σε κάποια περασμένη χρονική στιγμή.

Τελετές
Οι τελετές δεν είναι τίποτα άλλο από τις κοινωνικές μας δραστηριότητες. Αυτές είναι ασφαλείς με την έννοια ότι καθένας ξέρει εκ των προτέρων τι πρέπει να κάνει σε αυτές και το κάνει χωρίς να απειλείται και χωρίς να απαιτείται από αυτόν κάποια ουσιαστικότερη δέσμευση. Μέσα από αυτές οι άνθρωποι περνούν την ώρα τους χωρίς στην ουσία να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο. Τελετές μπορεί να είναι ακόμα και οι συνευρέσεις της κρεβατοκάμαρας, όταν η διαδικασία κυριαρχεί της επικοινωνίας και καθοδηγεί τη συνεύρεση των συντρόφων.

Δραστηριότητες
Οι δραστηριότητες είναι μία άλλη μορφή ανάλωσης του χρόνου, που επιτρέπει στον άνθρωπο να μη δένεται. Ασχολείται κανείς με τον κήπο, το διάβασμα, τις δουλειές του σπιτιού, τη δουλειά στο γραφείο και έτσι έχει μία δικαιολογία για να μην έρθει πιο κοντά και να παραμείνει σε απόσταση.

Διασκεδάσεις
Οι διασκεδάσεις είναι μία μορφή δραστηριότητας που μας ψυχαγωγεί από μόνη της. Είναι ένας τρόπος να περνάμε την ώρα μας "μέχρι να κοιμηθούμε", "μέχρι να τελειώσει το πάρτι", "μέχρι να έρθει ο σύζυγος" ή γενικά μέχρι να γίνει κάτι άλλο. Κατά τη διάρκεια της διασκέδασης μπορεί να γίνονται τυποποιημένες συζητήσεις του τύπου "Ποιος κέρδισε στο ποδόσφαιρο;", "Ποιο είναι το καλύτερο αυτοκίνητο;", "Πώς φτιάχνεται αυτό το φαγητό;", "Πόσο κάνει αυτό το ρούχο;", "Έχεις πάει σ' αυτό το μέρος;", "Τι απέγινε ο τάδε;", "Έμαθες τα νέα;", κλπ. Αυτές οι συζητήσεις δίνουν προσωπική ικανοποίηση από μικρές συνδιαλέξεις μεταξύ Γονέα - Γονέα (π.χ. πώς γίνεται αυτό; ) ή Παιδιού - Παιδιού (ποιο είναι το καλύτερο; ) χωρίς όμως να επεισέρχονται οι άνθρωποι σε ουσιαστικότερη γνωριμία και επικοινωνία.

Παιχνίδια
Τα παιχνίδια είναι με τη σειρά τους συνδιαλέξεις, που το αποτέλεσμα τους είναι προκαθορισμένο. Σε αυτά υπάρχει μία λογικοφανής συζήτηση, που κρύβει όμως το γεγονός ότι η μία πλευρά που συζητά χειρίζεται την άλλη, προκειμένου να φτάσει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Τα παιχνίδια βασίζονται στο αρχικό παιδικό παιχνίδι "Το δικό μου είναι καλύτερο από το δικό σου", που ξεκινάει στην ηλικία των 4-5 ετών. Μέσα από το παιχνίδι αυτό η πλευρά που λέει ότι έχει κάτι καλύτερο είναι αυτή που κατά βάθος αισθάνεται λιγότερο ΟΚ. Ο ισχυρισμός ότι το δικό μου είναι καλύτερο μπορεί βεβαίως να λάβει σαν απάντηση ότι το αντικείμενο του άλλου είναι ακόμη καλύτερο και μάλιστα να επιβληθεί αυτή η άποψη με τη χρήση βίας. Η συζήτηση συνεχίζεται μέχρι να έρθει κάποιος δυνατότερος και να επιβάλλει με τη δύναμη ότι το δικό του είναι καλύτερο και να επιβεβαιωθεί έτσι η αρχική θέση ότι η πλευρά που ξεκίνησε το παιχνίδι δεν είναι ΟΚ.

Φαντάζει οξύμωρο δηλαδή, αλλά η διαδικασία του παιχνιδιού έχει σα στόχο να επιβεβαιώσει τη ΝΟΤ ΟΚ θέση της πλευράς που ξεκινάει το παιχνίδι. Τα παιχνίδια προτιμώνται από αυτούς που δεν μπορούν να υποφέρουν τη μοναξιά αλλά ταυτόχρονα δεν αισθάνονται αρκετά άξιοι για θετική επικοινωνία. Έτσι προτιμούν την αρνητική προσοχή από το να μην έχουν καθόλου.

Ένα από τα πιο συνηθισμένα παιχνίδια μεταξύ ενηλίκων είναι το "Γιατί δεν;" - "Ναι, αλλά". Σ' αυτό το παιχνίδι η μειονεκτική πλευρά εκμυστηρεύεται ένα δήθεν πρόβλημα. Η πλευρά που χρησιμοποιείται προσπαθεί να προτείνει λύσεις του τύπου "Γιατί δεν δοκιμάζεις αυτό ή εκείνο;" και η πλευρά που χειρίζεται απορρίπτει προοδευτικά τις προτάσεις που ακούει τη μία μετά την άλλη, λέγοντας ότι "Ναι ισχύει, αλλά αυτό έχει το τάδε πρόβλημα". Σκοπός της προοδευτικής απόρριψης είναι να καταλήξει η μειονεκτική πλευρά στο συμπέρασμα ότι για κείνη τίποτα δε δουλεύει κι ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Με τον τρόπο αυτό η μειονεκτική πλευρά εξασφαλίζει ότι δε χρειάζεται να προσπαθήσει να βελτιωθεί γιατί η ίδια είναι έτσι φτιαγμένη και δεν μπορεί να αλλάξει.

Ο ρόλος του χειριστή είναι ρόλος Παιδιού που συντρίβει τους "Σοφούς Γονείς", που προτείνουν λύσεις τη μία μετά την άλλη. Άλλου τέτοιου είδους παιχνίδια είναι αυτά με τίτλο "Δεν είναι φοβερό;" "Πήγαινε εσύ αν μπορείς", "Αν δεν ήταν για χάρη σου", "... εξαιτίας σου". Όλα αυτά τα παιχνίδια κρύβουν χειρισμό της άλλης πλευράς - και μάλιστα χωρίς εκείνη να το ξέρει - με σκοπό την ικανοποίηση του Παιδιού στον ψυχισμό του χειριστή. Τα παιχνίδια χρησιμοποιούνται ως άμυνες από τους ανθρώπους, για να προστατεύσουν τη θέση τους, να μην εξαναγκαστούν σε αλλαγές και να μην αποδεχτούν, αυτό που κατά βάθος ξέρουν, ότι δεν είναι ΟΚ.

Εφαρμογές της Συνδιαλεκτικής Ανάλυσης

Η ανάλυση της προσωπικότητας του ατόμου σε Γονέα - Ενήλικο - Παιδί μπορεί να αποτελέσει ένα σύγχρονο εργαλείο για την προσέγγιση των διαπροσωπικών σχέσεων. Στο Γάμο η Συνδιαλεκτική Ανάλυση μας βοηθά να καταλάβουμε πώς το Παιδί μέσα μας μας οδηγεί να καταστρέφουμε τις σχέσεις μας, γιατί αρνείται να κάνει συμβιβασμούς ή πώς ο Γονέας φέρνει μέσα στη σχέση τις προκαταλήψεις της ανατροφής και δεν αφήνουν τους δύο Ενηλίκους να κατευθύνουν τη σχέση. Σε μία προγαμιαία συμβουλευτική διαδικασία οι δύο σύντροφοι μπορούν να μάθουν ο ένας τα τρία μέρη της προσωπικότητας του άλλου και να μάθουν να τα αναγνωρίζουν όταν τα βλέπουν.

Τα περισσότερα προβλήματα στην επικοινωνία παρουσιάζονται όταν δεν αναγνωρίζουμε ποιο από τα τρία μέρη της προσωπικότητας του άλλου μας απευθύνεται και σε ποιο κομμάτι της δικής μας προσωπικότητας θέλει να μιλήσει. Υπάρχουν συζητήσεις που γίνονται στο επίπεδο Γονέα - Γονέα όπως "Πώς έχει καταντήσει η κοινωνία σήμερα", "Γιατί ανεβαίνουν οι φόροι", "Πώς έχουν γίνει οι νέοι μας", κλπ. Οι συζητήσεις αυτές είναι γεμάτες γενικόλογες διαπιστώσεις, που ισχύουν "πάντα" ή ενέργειες που δεν πρέπει να κάνει κανείς "ποτέ". Περιλαμβάνουν αξιολογήσεις για τους άλλους με λόγια που είναι επιτιμητικά όπως γελοίο, ανήκουστο, ανόητο, κλπ, λόγια που εκστομίζονται χωρίς πολύ σκέψη, με ανυπομονησία, νευρικότητα και δηκτικότητα στις κινήσεις και την έκφραση της φωνής, σα να κάνουμε σε κάποιο παρατήρηση με σηκωμένο το δάχτυλο του χεριού. Οι κινήσεις αυτές θυμίζουν όλες τον εκνευρισμένο ή έντρομο Γονέα από το μέγεθος της αταξίας που έχει γίνει.

Άλλες συζητήσεις γίνονται μεταξύ Ενηλίκων και επικεντρώνονται συνήθως στην ανταλλαγή πληροφοριών ή τη διατύπωση κάποιας άποψης, όπως "Τι ώρα είναι;", "Σου πάει αυτό που φοράς", "Τι μαγείρεψες;", "Τι γνώμη έχεις γι' αυτό το θέμα;", κλπ. Ο Ενήλικος αναγνωρίζεται από το γεγονός ότι εκφράζει μία "γνώμη" και ζητάει το ίδιο κι από το σύντροφο του. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το Γονέα που εκφράζει κανόνες και γενικεύσεις. Από πλευράς γλώσσας του σώματος ο Ενήλικος ακούει ενεργητικά και προσεκτικά, εκφραζόμενος με ειλικρίνεια και χωρίς να έχει αμυντική στάση.

Συζητήσεις ακόμα λαμβάνουν χώρα μεταξύ Παιδιού και Παιδιού. Στις συζητήσεις αυτές το ένα παιδί προσπαθεί συνήθως να "παίξει παιχνίδια" στο άλλο. Στον κόσμο των μεγάλων η δραστηριότητα που απολαμβάνουν τα Παιδιά που κρύβουν μέσα τους οι μεγάλοι είναι συνήθως το σεξ. Πέρα από αυτό τα Παιδιά εμφανίζονται ιδιαίτερα ανταγωνιστικά και αρνούνται να δώσουν επιβεβαίωση το ένα στο άλλο. Αναγνωρίζονται από την αλλαγή στον τόνο της φωνής, που γίνεται κλαψιάρικος, το θυμό, το ξέσπασμα, το πείραγμα, το νάζι και τα γελάκια. Το παιδί εκφράζεται κυρίως μέσα από το θέλω καθώς και μέσα από το όνειρο.

Οι συνδιαλέξεις που εξετάσαμε πιο πάνω γίνονται μεταξύ προσώπων που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Ονομάζονται συμπληρωματικές, επειδή οι πληροφορίες πάνε κι έρχονται μεταξύ των δύο πλευρών συνεχώς και μπορούν να συνεχίζονται για πάντα. Υπάρχουν όμως και συμπληρωματικές συνδιαλέξεις μεταξύ προσώπων που δε βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Για παράδειγμα οι συνδιαλέξεις Γονέα - Παιδιού ( ο ένας από τους δύο παίρνει το ρόλο του παιδιού κι ο άλλος της μαμάς ή του μπαμπά ), Γονέα - Ενηλίκου ( ο ένας ζητάει βοήθεια για κάποιο θέμα κι ο άλλος δίνει συμβουλές ) ή Παιδιού - Ενηλίκου ( ο ένας είναι πληγωμένος συναισθηματικά κι ο άλλος τον στηρίζει με δεδομένα που δείχνουν ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα ) είναι συνδιαλέξεις συμπληρωματικές, επειδή και οι δύο πλευρές αποδέχονται το ρόλο τους στη συγκεκριμένη συνδιάλεξη και απευθύνονται στο μέρος του άλλου που και το ίδιο επιθυμεί να μιλήσει.

Αντίθετα υπάρχει ένα άλλο είδος συνδιαλέξεων, που τις ονομάζουμε σταυροειδείς, που η κάθε πλευρά αγνοεί ποια πλευρά του άλλου μέρος της απευθύνεται και μιλά στην πλευρά που έχει η ίδια ανάγκη να επικοινωνήσει. Σταυροειδής είναι για παράδειγμα μία συνδιάλεξη που μία γυναίκα απευθύνεται σαν Παιδί στο σύζυγο της, ζητώντας ασφάλεια και αναγνώριση των συναισθημάτων της, ενώ εκείνος της απευθύνεται σαν Ενήλικος απαντώντας με δεδομένα και δίνοντας λύσεις. Στην περίπτωση αυτή η επικοινωνία δεν μπορεί να συνεχιστεί, γιατί κανείς από τους δύο δεν παίρνει αυτό που θέλει κι έτσι η επικοινωνία διακόπτεται.

Συνήθως οι συνδιαλέξεις αυτές λαμβάνουν χώρα όταν ο Ενήλικος μέσα μας είναι κουρασμένος και αναλαμβάνει τον έλεγχο το Παιδί, που νιώθει ότι δεν είναι ΟΚ, οπότε απαντά απότομα, αμυντικά και θυμωμένα. Στην περίπτωση αυτή, αν το άλλο μέρος δε συναινέσει στο να λάβει το ρόλο του Γονιού, αλλά απαντήσει σαν Ενήλικος, η συνδιάλεξη γίνεται σταυροειδής και διακόπτεται.

Παραδείγματα τέτοιων συνδιαλέξεων είναι:



- o ασθενής Ενήλικος που θέλει πληροφορίες για την αρρώστια του και η νοσοκόμα Γονέας που του απαντά να κάτσει στο κρεβάτι του
- η μητέρα Γονέας που ζητάει από την κόρη της να φτιάξει το δωμάτιο της και η κόρη Γονέας που της απαντάει ότι δε δέχεται εντολές από εκείνη
- ο ψυχίατρος Ενήλικος που ρωτάει τον ασθενή για το πρόβλημα του και ο ασθενής Παιδί που του απαντάει ότι κανείς δεν τον αγαπάει
- ο υιός Ενήλικος που πρέπει να τελειώσει τη δουλειά του και ο πατέρας Γονέας που τον παρατηρεί ότι όλα τα αφήνει τελευταία στιγμή

.... συνεχίζεται ...
avatar
vpapadolias
Πολύ έμπειρο μέλος

Αριθμός μηνυμάτων : 1019
Ημερομηνία εγγραφής : 15/10/2009
Ηλικία : 46
Τόπος : Αθήνα

http://astro-journal.blogspot.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης